🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κώμα
κώμα
το мед.
кома
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кома
? —
κώμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
κώμα
? — кома
#
(ново)греческий словарь
—
βαθμιαίος
—
μπέρτα
—
καυχησιολογιέμαι
—
πρωκτικός
—
ξύομαι
—
υγειονομικόν
—
διερεύνηση
—
περιπολικός
—
φιλοδίκαιος
—
σπάρθηκα
—
διάφωνος
—
λιμνοχαρής
—
αναφυλλητό
—
παγετώνας
—
ταξιδάκι
—
αθυρματοποιός
—
κουλουράς
—
εξη
—
πλαναισθησία
—
αδιάβλητος
—
απασπάτευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω