🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαπουνόχορτο
σαπουνόχορτο
το бот.
мыльнянка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мыльнянка
? —
σαπουνόχορτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαπουνόχορτο
? — мыльнянка
#
(ново)греческий словарь
—
παντρεύω
—
φασολάκια
—
τένων
—
αντιπολεμώ
—
λουλουδιστός
—
αλώβητος
—
φωτογράφηση
—
υπεράνθρωπος
—
αλιόφως
—
δασμολογιακός
—
άρνηση
—
θερμοφόρα
—
τεταγμένη
—
φρέσκος
—
μάκω
—
πολύτιμα
—
θειωτήρας
—
καταφορά
—
Αυστραλή
—
ταρίχευση
—
κρυσταλλοτεχνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω