🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ιστοχώρος
ιστοχώρ|ος
сайт
,
веб-сайт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сайт
? —
ιστοχώρος
как на
(ново)греческом
будет слово
веб-сайт
? —
ιστοχώρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιστοχώρος
? — сайт, веб-сайт
#
(ново)греческий словарь
—
νταραβερίζομαι
—
αγαρμποσύνη
—
βαμβακοπαρογωγικός
—
αγρυκνώ
—
ωρισμένα
—
σόκιν
—
ανομοιοκατάληκτος
—
μαστάρι
—
ανειδοποίητα
—
εκτατός
—
μπαγκανότα
—
επτακοσιόδραχμος
—
άλαλος
—
τεκμηριώνομαι
—
άβρεχτος
—
επεπήχθην
—
ανθρακογραφία
—
σκοπιά
—
αρακάς
—
βοϊδοκέφαλος
—
προσοσιαλιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω