🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οργανώνω
οργανώνω
организовывать
;
~ στό κόμμα — вовлекать в партию
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
организовывать
? —
οργανώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
οργανώνω
? — организовывать
#
(ново)греческий словарь
—
κοσμοχάλαση
—
κλακέρ
—
μεταξοσκώληκας
—
καλοτάξιδος
—
επιφανειακός
—
αμετάπειστος
—
Γιούνης
—
πνεματικός
—
αλωνιά
—
χαλίνωμα
—
συμφιλιώνω
—
εξαναγκασμένος
—
καραπουτσακλάρα
—
φκιασίδι
—
πριμιτιβιστής
—
ριζοσπαστικοποιώ
—
εκπετάλωση
—
αδικος
—
ανασεισμός
—
κηρόχρόυς
—
γκριζούλης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω