🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μακρόλαιμος
μακρόλαιμ|ος
длинношеий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
длинношеий
? —
μακρόλαιμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μακρόλαιμος
? — длинношеий
#
(ново)греческий словарь
—
επιγραφοποιός
—
αναπιάνω
—
αστροφάνεια
—
ξέκαμα
—
λάρυγγας
—
διαμονή
—
εκατό
—
εξηγητικός
—
συγκεχυμένος
—
κατασβήνω
—
ραδιοφωταύγεια
—
αερομεταφορέας
—
στεγάσιμος
—
μεσάρης
—
πρωτοστέφανος
—
ποιώ
—
αραιωτικός
—
ηλιακός
—
στάθμηση
—
ρύπασμα
—
σπασμωδικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω