🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γδάρμα
γδάρμα
το 1)
сдирание шкуры
;
2)
шкура
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сдирание шкуры
? —
γδάρμα
как на
(ново)греческом
будет слово
шкура
? —
γδάρμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γδάρμα
? — сдирание шкуры, шкура
#
(ново)греческий словарь
—
ερεισματικός
—
τοκογλυφώ
—
ψυχοπονιάρικος
—
κυτταρολογικός
—
φιλοπάτωρ
—
Ανθεστήρια
—
αβάσκαντο
—
κουτός
—
ομοιοτέλευτος
—
υπερυποφυσισμός
—
επιγονισμός
—
συστολικός
—
αντιθετικά
—
συμμαχήτρια
—
επιτηδεύομαι
—
ξυλοκέφαλος
—
ανεργία
—
Έλληνας
—
αχαμνίζω
—
τελωνείο
—
δυναστευτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω