🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγοριτσίστικος
αγοριτσίστικ|ος
мальчишеский; мальчиковый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мальчишеский
? —
αγοριτσίστικος
как на
(ново)греческом
будет слово
мальчиковый
? —
αγοριτσίστικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγοριτσίστικος
? — мальчишеский, мальчиковый
#
(ново)греческий словарь
—
υπερκεράτωσις
—
αδιακόρευτος
—
ατρύπητος
—
αγκωνή
—
κολυμβητής
—
λιγωμένος
—
μακρολαίμης
—
μαγαγκόνι
—
εβραϊστί
—
γυψονάρθηκας
—
ροδομάγουλος
—
προκάλυμμα
—
αβουλία
—
καταστρώνω
—
μυξιάρης
—
πάγκαλος
—
υπερήλικας
—
κασταννά
—
αναμαζωξάρης
—
κεράστης
—
τσελιγγοτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω