🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μοναχοθυγατέρα
μοναχοθυγατέρα
η
единственная дочь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
единственная дочь
? —
μοναχοθυγατέρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μοναχοθυγατέρα
? — единственная дочь
#
(ново)греческий словарь
—
λειοσηρικόν
—
αμπάριασμα
—
τερέτισμα
—
στολοδρομία
—
αλώνι
—
βρώμη
—
σχεδίασμα
—
εκγυμνώνω
—
αθύμιστος
—
φορητότητα
—
εσεβάσθην
—
χουμώ
—
προεξοφλήσιμος
—
γεύομαι
—
ποντιακός
—
λιμνίο
—
πορνεία
—
κουβέλλι
—
άγυρτος
—
δέσποτας
—
διαστάλαξη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω