🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλλόθρησκος
αλλόθρησκ|ος
1.
исповедующий другую веру
;
2. (о)
иноверец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
исповедующий другую веру
? —
αλλόθρησκος
как на
(ново)греческом
будет слово
иноверец
? —
αλλόθρησκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλλόθρησκος
? — исповедующий другую веру, иноверец
#
(ново)греческий словарь
—
ρεμούλκα
—
αμλέτιος
—
ευπεψία
—
βαρυγγωμίζω
—
καταρτίζω
—
σφιχτοδένω
—
σιτοβολώνας
—
επάλειμμα
—
φωτοπαγίδα
—
ζαλίζομαι
—
δούλη
—
κλάψα
—
δραματάκι
—
αποικιοποίηση
—
ενέργεια
—
διομολόγηση
—
κλινοσανίδα
—
σχοινιοειδής
—
προκριματικός
—
φυσιοθεραπεία
—
αναπόδραστον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω