🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτανάφλεκτος
αυτανάφλεκτ|ος
самовозгорающийся
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
самовозгорающийся
? —
αυτανάφλεκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτανάφλεκτος
? — самовозгорающийся
#
(ново)греческий словарь
—
ρεκάζω
—
κρέντιτο
—
εισελαύνω
—
ξίκης
—
καπλαμάς
—
λεβέ
—
ψωμοτρώγω
—
ποντικοκτόνος
—
νανουρίζω
—
ναυτολογία
—
εξαρτημένος
—
σταυροκόπι
—
λουθηρανικός
—
υγρόμετρο
—
αντιφάσκω
—
εύδρομος
—
αλληλοεξοντώνομαι
—
υδροπότις
—
ελκτικός
—
εξαερώσιμος
—
βλεφαριδωτός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω