🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νυστέρι
νυστέρι
το хир.
ланцет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ланцет
? —
νυστέρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
νυστέρι
? — ланцет
#
(ново)греческий словарь
—
κερματισμός
—
υαλοθέτης
—
λεμβουργείο
—
λιανικίός
—
αντίρευμα
—
ευκολοχώνευτος
—
ψωμότυρο
—
ερωτηματολόγιο
—
μουστέλα
—
λιμαδόρα
—
ευλαβής
—
μαλιά
—
καταβρεκτήριον
—
αυτοκατασικασμένος
—
αναρρωτήριο
—
αντικαταβάλλω
—
απρομήθευτος
—
μολυβύ
—
ενατένιση
—
ερωτόπλαστος
—
ποιητάκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω