🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπογεγραμμένος
υπογεγραμμέν|ος
1)
подписанный
;
έγγραφο ~ο — подписанный документ
;
2)
подписавшийся
;
οι κάτωθι ~οι — нижеподписавшиеся
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подписанный
? —
υπογεγραμμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
подписавшийся
? —
υπογεγραμμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπογεγραμμένος
? — подписанный, подписавшийся
#
(ново)греческий словарь
—
απολεστικός
—
μικροβιοθεραπευτική
—
σπετσαρία
—
διαψεύδω
—
επίσταξις
—
δυσήκοος
—
φόλιζα
—
καφέ-αμάν
—
Φεβρουάλια
—
διασταυρούμαι
—
τεκνοποιία
—
άνηθο
—
αναδικάζω
—
επιστόμωσις
—
εγκυκλοπαιδισμός
—
μελαχρινός
—
αρχοντικά
—
σιτίζομαι
—
φωσφορίζων
—
εκτριμμα
—
κενοδοξία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω