🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψηλομύτης
ψηλομύτης
высокомерный, надменный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
высокомерный
? —
ψηλομύτης
как на
(ново)греческом
будет слово
надменный
? —
ψηλομύτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψηλομύτης
? — высокомерный, надменный
#
(ново)греческий словарь
—
νεφροπάθεια
—
σεράγιον
—
επιχείρηση
—
περιτονίτιδα
—
εξάρτυση
—
θαυμαστής
—
αναισθησία
—
πολεμοκάπηλος
—
εμφυσητήρ
—
τιμητικός
—
πιθανόν
—
απόχυμα
—
αρκούν
—
κτείνω
—
φυσίατρος
—
αγριοπιπεριά
—
λογοκλοπία
—
αθήλαστος
—
τσουτσούνι
—
απολιθωμένος
—
λευκωματίνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω